νεογνός,


νεογνός,
νεο-γνός, u. νεο-γνής, ές, neugeboren

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • νεογνός — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογνός — ή, ό (ΑΜ νεογνός, όν, θηλ. και νεογνή) το ουδ. ως ουσ. το νεογνό βρέφος ή ζώο που γεννήθηκε μόλις πριν από λίγο, το νεογέννητο νεοελλ. (βιολ. ιατρ.) το βρέφος έως το τέλος τής τέταρτης εβδομάδας από τη γέννησή του μσν. (για ζώα και κυρίως για… …   Dictionary of Greek

  • νεογνόν — νεογνός masc/fem acc sg νεογνός neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογνοῖν — νεογνός masc/fem/neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογνοῖς — νεογνός masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογνοῖσι — νεογνός masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογνοί — νεογνός masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογνοῦ — νεογνός masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογνούς — νεογνός masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογνά — νεογνός neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεογνέ — νεογνός masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.